Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
festsetzen
01
καθορίζω, ορίζω
Etwas verbindlich oder offiziell bestimmen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
fest
βασικό ρήμα
setzen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
setze fest
γ΄ ενικό πρόσωπο
setzt fest
ενεστώτα μετοχή
festsetzend
απλός αόριστος
setzt fest
παθητική μετοχή
festgesetzt
Παραδείγματα
Das Gesetz setzt Standards für Umweltschutz fest.
Ο νόμος καθορίζει πρότυπα για την προστασία του περιβάλλοντος.



























