festsetzen
Pronunciation
/ˈfɛstˌzɛʦn̩/

Ορισμός και σημασία του "festsetzen"στα γερμανικά

festsetzen
01

καθορίζω, ορίζω

Etwas verbindlich oder offiziell bestimmen
festsetzen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
fest
βασικό ρήμα
setzen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
setze fest
γ΄ ενικό πρόσωπο
setzt fest
ενεστώτα μετοχή
festsetzend
απλός αόριστος
setzt fest
παθητική μετοχή
festgesetzt
Παραδείγματα
Das Gesetz setzt Standards für Umweltschutz fest.
Ο νόμος καθορίζει πρότυπα για την προστασία του περιβάλλοντος.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store