Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Das Fest
[gender: neuter]
01
πάρτι, γιορτή
Das besondere Ereignis mit Feiern und Gästen
Παραδείγματα
Das Fest beginnt um 20 Uhr.
Η γιορτή ξεκινά στις 20:00.
02
θρησκευτική γιορτή, θρησκευτικό φεστιβάλ
Das religiöse oder traditionelle Feiertagsereignis
Παραδείγματα
Das jüdische Fest heißt Chanukka.
Η εβραϊκή γιορτή ονομάζεται Χανουκά.
fest
01
οριστικός, βέβαιος
Entscheidend und ohne Zweifel
Παραδείγματα
Ein fester Glaube an Gott.
Μια σταθερή πίστη στον Θεό.
02
σταθερός, αμετάβλητος
Unveränderlich oder dauerhaft
Παραδείγματα
Er hat feste Gewohnheiten.
Έχει σταθερές συνήθειες.
03
στερεός, στέρεος
Nicht weich
Παραδείγματα
Sie hat feste Muskeln.
Έχει στερεούς μύες.


























