das fest
fest
fɛst
fest
feist

Ορισμός και σημασία του "fest"στα γερμανικά

01

πάρτι, γιορτή

Das besondere Ereignis mit Feiern und Gästen 
das Fest definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
ουδέτερο
γενική πτώση
Fest(e)s
πληθυντικός τύπος
Feste
Παραδείγματα
Wir haben ein Fest geplant. 

Σχεδιάσαμε μια γιορτή.

02

θρησκευτική γιορτή, θρησκευτικό φεστιβάλ

Das religiöse oder traditionelle Feiertagsereignis 
Fest definition and meaning
Παραδείγματα
Weihnachten ist mein liebstes Fest. 

Τα Χριστούγεννα είναι η αγαπημένη μου γιορτή.

01

οριστικός, βέβαιος

Entscheidend und ohne Zweifel 
fest definition and meaning
Παραδείγματα
Er hat eine feste Meinung. 

Έχει μια σταθερή γνώμη.

02

σταθερός, αμετάβλητος

Unveränderlich oder dauerhaft 
fest definition and meaning
Παραδείγματα
Ich habe einen festen Job. 

Έχω μια σταθερή δουλειά.

03

στερεός, στέρεος

Nicht weich 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
festeste-
συγκριτικός βαθμός
fester
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Der Stein ist sehr fest. 

Η πέτρα είναι πολύ στερεή.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store