Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
fesseln
01
αλυσοδένω, δένω
Jemanden oder etwas mit Fesseln fixieren, um Bewegung zu verhindern
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
fessele
γ΄ ενικό πρόσωπο
fesselt
ενεστώτα μετοχή
fesselnd
απλός αόριστος
fesselte
παθητική μετοχή
gefesselt
Παραδείγματα
Die Aktivisten fesselten sich an die Bäume, um die Abholzung zu stoppen.
Οι ακτιβιστές αλυσοδέθηκαν στα δέντρα για να σταματήσουν την αποψίλωση.
02
συναρπάζω, γοητεύω
Jemandes Aufmerksamkeit oder Interesse stark binden
Παραδείγματα
Der Film fesselte das Publikum mit atemberaubenden Bildern.
Η ταινία σύρριψε το κοινό με εντυπωσιακές εικόνες.



























