Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Das Fernsehen
01
τηλεόραση, τηλεοπτική συσκευή
Ein Gerät zum Anschauen von Sendungen
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
ουδέτερο
γενική πτώση
Fernsehens
Παραδείγματα
Schalte das Fernsehen aus!
Σβήσε την τηλεόραση !
fernsehen
01
βλέπω τηλεόραση, παρακολουθώ τηλεόραση
Sendungen oder Filme auf einem Fernseher anschauen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
χωριστό
μόριο
fern
βασικό ρήμα
sehen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
sehe fern
γ΄ ενικό πρόσωπο
sieht fern
ενεστώτα μετοχή
fernsehend
απλός αόριστος
sah fern
παθητική μετοχή
ferngesehen
Παραδείγματα
Sie sieht lieber online als fern.
Προτιμά να παρακολουθεί online παρά να βλέπει τηλεόραση.
Λεξικό Δέντρο
fernsehen
fern
sehen



























