das fernsehen
fernsehen
fɛɐnze:ən
fenzeēn

Ορισμός και σημασία του "fernsehen"στα γερμανικά

01

τηλεόραση, τηλεοπτική συσκευή

Ein Gerät zum Anschauen von Sendungen 
das Fernsehen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
ουδέτερο
γενική πτώση
Fernsehens
Παραδείγματα
Das Fernsehen ist kaputt. 

Η τηλεόραση είναι χαλασμένη.

fernsehen
01

βλέπω τηλεόραση, παρακολουθώ τηλεόραση

Sendungen oder Filme auf einem Fernseher anschauen 
fernsehen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
χωριστό
μόριο
fern
βασικό ρήμα
sehen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
sehe fern
γ΄ ενικό πρόσωπο
sieht fern
ενεστώτα μετοχή
fernsehend
απλός αόριστος
sah fern
παθητική μετοχή
ferngesehen
Παραδείγματα
Abends sehe ich oft fern. 

Τα βράδια, βλέπω συχνά τηλεόραση.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store