die ferienwohnung
fe
ˈfe:
fe
rien
ʁiən
riēn
woh
ˌvo:
vo
nung
nʊng
noong

Ορισμός και σημασία του "ferienwohnung"στα γερμανικά

Die Ferienwohnung
01

διακοσιαστικό διαμέρισμα, διαμέρισμα για διακοπές

Eine möblierte Wohnung, die man für den Urlaub mietet 
die Ferienwohnung definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Ferienwohnungen
γενική πτώση
Ferienwohnung
Παραδείγματα
Wir haben eine Ferienwohnung am Meer gemietet. 

Νοικιάσαμε ένα διαμέρισμα διακοπών δίπλα στη θάλασσα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

ferienwohnung

ferien

+

wohnung

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store