das feld
feld
fɛlt
felt
zeltgeldheldwelt

Ορισμός και σημασία του "feld"στα γερμανικά

01

χωράφι, λιβάδι

Ein großes, offenes Stück Land, oft zum Pflanzen oder für Tiere 
das Feld definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
ουδέτερο
γενική πτώση
Feld(e)s
πληθυντικός τύπος
Felder
Παραδείγματα
Die Kühe laufen auf dem Feld. 

Οι αγελάδες τρέχουν στο χωράφι.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store