der feinstaub
feinstaub
faɪ̯nʃtaʊ̯p
fainshtawp

Ορισμός και σημασία του "feinstaub"στα γερμανικά

01

λεπτή σκόνη, λεπτά σωματίδια

Sehr kleine Schadstoffpartikel in der Luft, die gesundheitsgefährdend sein können 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Feinstäube
γενική πτώση
Feinstaub(e)s
Παραδείγματα
Der Feinstaub in Großstädten überschreitet oft die Grenzwerte. 

Η λεπτή σκόνη στις μεγάλες πόλεις ξεπερνά συχνά τις οριακές τιμές.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

feinstaub

fein

+

staub

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store