der feind
feind
faɛnt
faent

Ορισμός και σημασία του "feind"στα γερμανικά

01

εχθρός, αντίπαλος

Eine Person oder Gruppe, die gegen jemanden kämpft oder feindlich eingestellt ist 
der Feind definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Feinde
αρσενικό ενικό
Feind
θηλυκό ενικό
Feindin
neutral form
Gegner
γενική πτώση
Feind(e)s
Παραδείγματα
Der Feind griff das Dorf in der Nacht an. 

Ο εχθρός επιτέθηκε στο χωριό τη νύχτα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store