feiern
Pronunciation
/ˈfaɪ̯ɐn/

Ορισμός και σημασία του "feiern"στα γερμανικά

feiern
01

γιορτάζω, εορτάζω

Ein Ereignis mit Spaß und Freude begehen
feiern definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
feiere
γ΄ ενικό πρόσωπο
feiert
ενεστώτα μετοχή
feiernd
απλός αόριστος
feierte
παθητική μετοχή
gefeiert
Παραδείγματα
Wir feiern jeden Sommer ein Fest.
Εμείς γιορτάζουμε ένα φεστιβάλ κάθε καλοκαίρι.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store