Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
feiern
01
γιορτάζω, εορτάζω
Ein Ereignis mit Spaß und Freude begehen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
feiere
γ΄ ενικό πρόσωπο
feiert
ενεστώτα μετοχή
feiernd
απλός αόριστος
feierte
παθητική μετοχή
gefeiert
Παραδείγματα
Wir feiern jeden Sommer ein Fest.
Εμείς γιορτάζουμε ένα φεστιβάλ κάθε καλοκαίρι.



























