Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Feierlichkeit
01
τελετή, εορτασμός
Ein festlicher Akt oder eine Veranstaltung, bei der etwas Besonderes gefeiert wird
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Feierlichkeit
πληθυντικός τύπος
Feierlichkeiten
Παραδείγματα
Wir wurden zu den Feierlichkeiten eingeladen.
Προσκληθήκαμε στις εορταστικές εκδηλώσεις.



























