Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
fauchen
01
σφυρίζω, γρυλίζω
Ein zischender Laut, den Katzen machen, wenn sie böse oder erschrocken sind
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
fauche
γ΄ ενικό πρόσωπο
faucht
ενεστώτα μετοχή
fauchend
απλός αόριστος
fauchte
παθητική μετοχή
gefaucht
Παραδείγματα
Die Katze faucht, wenn man ihr zu nahe kommt.
Η γάτα σφυρίζει όταν την πλησιάζεις πολύ.



























