fassen
Pronunciation
/ˈfasən/

Ορισμός και σημασία του "fassen"στα γερμανικά

fassen
01

πιάνω, αρπάζω

Etwas oder jemanden greifen oder festhalten
fassen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
fasse
γ΄ ενικό πρόσωπο
fasst
ενεστώτα μετοχή
fassend
απλός αόριστος
fasste
παθητική μετοχή
gefasst
Παραδείγματα
Sie fasste ihn am Arm, um ihn zu stoppen.
Τον άρπαξε από το χέρι για να τον σταματήσει.
02

περιέχει, έχει χωρητικότητα

Eine Kapazität haben
fassen definition and meaning
Παραδείγματα
Das Regal fasst etwa 100 Bücher.
Το ράφι μπορεί να χωρέσει περίπου 100 βιβλία.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store