fassen
fassen
fasn
fasn
fastenfasson

Ορισμός και σημασία του "fassen"στα γερμανικά

fassen
01

πιάνω, αρπάζω

Etwas oder jemanden greifen oder festhalten 
fassen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
fasse
γ΄ ενικό πρόσωπο
fasst
ενεστώτα μετοχή
fassend
απλός αόριστος
fasste
παθητική μετοχή
gefasst
Παραδείγματα
Der Hund fasste den Knochen mit den Zähnen. 

Ο σκύλος άρπαξε το κόκαλο με τα δόντια του.

02

περιέχει, έχει χωρητικότητα

Eine Kapazität haben 
fassen definition and meaning
Παραδείγματα
Die Flasche fasst einen Liter Wasser. 

Το μπουκάλι χωράει ένα λίτρο νερό.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store