Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
fassen
01
πιάνω, αρπάζω
Etwas oder jemanden greifen oder festhalten
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
fasse
γ΄ ενικό πρόσωπο
fasst
ενεστώτα μετοχή
fassend
απλός αόριστος
fasste
παθητική μετοχή
gefasst
Παραδείγματα
Der Hund fasste den Knochen mit den Zähnen.
Ο σκύλος άρπαξε το κόκαλο με τα δόντια του.
02
περιέχει, έχει χωρητικότητα
Eine Kapazität haben
Παραδείγματα
Die Flasche fasst einen Liter Wasser.
Το μπουκάλι χωράει ένα λίτρο νερό.



























