Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
fassen
01
πιάνω, αρπάζω
Etwas oder jemanden greifen oder festhalten
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
fasse
γ΄ ενικό πρόσωπο
fasst
ενεστώτα μετοχή
fassend
απλός αόριστος
fasste
παθητική μετοχή
gefasst
Παραδείγματα
Sie fasste ihn am Arm, um ihn zu stoppen.
Τον άρπαξε από το χέρι για να τον σταματήσει.
02
περιέχει, έχει χωρητικότητα
Eine Kapazität haben
Παραδείγματα
Das Regal fasst etwa 100 Bücher.
Το ράφι μπορεί να χωρέσει περίπου 100 βιβλία.



























