Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
fangen
[past form: fing]
01
πιάνω, πιάζω
Etwas oder jemanden greifen und festhalten
Παραδείγματα
Die Katze fing eine Maus.
Η γάτα έπιασε ένα ποντίκι.
Das Fangen
01
tag
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
πιάνω, πιάζω
tag