fangen
Pronunciation
/ˈfaŋən/

Ορισμός και σημασία του "fangen"στα γερμανικά

fangen
01

πιάνω, συλλαμβάνω

etwas oder jemanden greifen und festhalten
fangen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
fange
γ΄ ενικό πρόσωπο
fängt
ενεστώτα μετοχή
fangend
απλός αόριστος
fing
παθητική μετοχή
gefangen
Παραδείγματα
Die Mannschaft fängt den Ball im richtigen Moment und startet einen Angriff.
Η ομάδα πιάνει την μπάλα στη σωστή στιγμή και ξεκινάει μια επίθεση.
01

κυνηγητό, το παιχνίδι του κυνηγητού

ein Spiel, bei dem ein Spieler die anderen jagt und versucht, sie zu berühren
das Fangen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
ουδέτερο
γενική πτώση
Fangens
Παραδείγματα
Fangen gilt als dynamisches Spiel, das Raumgefühl, Schnelligkeit und taktisches Verhalten schult.
Το Fangen θεωρείται ένα δυναμικό παιχνίδι που εκπαιδεύει την χωρική επίγνωση, την ταχύτητα και την τακτική συμπεριφορά.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store