das fahrrad
fah
ˈfa:ɐ̯
φα
rrad
ʁa:t
ρατ
verrat

Ορισμός και σημασία του "fahrrad"στα γερμανικά

01

ποδήλατο, ποδήλατο

Ein Fahrzeug mit zwei Rädern, das durch Treten angetrieben wird 
das Fahrrad definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
ουδέτερο
πληθυντικός τύπος
Fahrräder
γενική πτώση
Fahrrad(e)s
Παραδείγματα
Das Fahrrad steht im Keller. 

Το ποδήλατο είναι στο υπόγειο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store