Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Fahrkarte
[gender: feminine]
01
εισιτήριο, κάρτα
Ein Ticket, das man für eine Fahrt mit Bus, Bahn oder Flugzeug braucht
Παραδείγματα
Wo kann man Fahrkarten kaufen?
Πού μπορεί κανείς να αγοράσει εισιτήρια ;


























