der fahrer
fahrer
fa:rɐ
far
führer

Ορισμός και σημασία του "fahrer"στα γερμανικά

01

οδηγός, συνοδηγός

Eine Person, die ein Fahrzeug steuert 
der Fahrer definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Fahrer
αρσενικό ενικό
Fahrer
θηλυκό ενικό
Fahrerin
neutral form
Fahrer*in
γενική πτώση
Fahrers
Παραδείγματα
Der Fahrer hält an der roten Ampel. 

Ο οδηγός σταματάει στο κόκκινο φανάρι.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store