der facharzt
facharzt
faχʔaʁt͡st
fakhartst

Ορισμός και σημασία του "facharzt"στα γερμανικά

01

ειδικευμένος γιατρός, ιατρικός ειδικός

Ein Arzt mit spezieller Ausbildung in einem bestimmten medizinischen Fachgebiet 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Fachärzte
αρσενικό ενικό
Facharzt
θηλυκό ενικό
Fachärztin
neutral form
Fachärzt:in
γενική πτώση
Facharztes
Παραδείγματα
Der Facharzt untersucht den Patienten genau. 

Ο ειδικός εξετάζει τον ασθενή προσεκτικά.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store