Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
extra
01
επιπλέον, ειδικά
In ergänzender Menge oder Ausführung
γραμματικές πληροφορίες
μη συγκρίσιμο
Παραδείγματα
Ich habe extra Geld bezahlt.
Πλήρωσα επιπλέον χρήματα.
02
ειδικά
Mit besonderer Absicht oder für einen bestimmten Zweck
Παραδείγματα
Ich habe das extra für dich vorbereitet.
Το προετοίμασα ειδικά για σένα.



























