die Eventualität
e
ˌe:
e
ven
vɛn
ven
tua
tua
tooa
lität
ˈlitɛ:t
litet

Ορισμός και σημασία του "eventualität"στα γερμανικά

Die Eventualität
01

ενδεχόμενο, πιθανότητα

Ein mögliches, aber ungewisses Ereignis oder eine Situation, die eintreten könnte 
die Eventualität definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Eventualität
πληθυντικός τύπος
Eventualitäten
Παραδείγματα
Wir müssen für alle Eventualitäten einen Plan haben. 

Πρέπει να έχουμε ένα σχέδιο για όλες τις ενδεχόμενα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store