Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Eventualität
[gender: feminine]
01
ενδεχόμενο, πιθανότητα
Ein mögliches, aber ungewisses Ereignis oder eine Situation, die eintreten könnte
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Eventualität
πληθυντικός τύπος
Eventualitäten
Παραδείγματα
Die Versicherung deckt finanzielle Eventualitäten ab.
Η ασφάλεια καλύπτει τις οικονομικές ενδεχόμενα.



























