Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Europäer
01
Ευρωπαίος, Ευρωπαία
Eine Person, die aus Europa stammt oder dort lebt
Παραδείγματα
Viele Europäer fahren im Sommer nach Süden.
Πολλοί Ευρωπαίοι πηγαίνουν νότια το καλοκαίρι.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Ευρωπαίος, Ευρωπαία