erzählen
Pronunciation
/ɛɐ̯ˈt͡sɛːlən/

Ορισμός και σημασία του "erzählen"στα γερμανικά

erzählen
01

αφηγούμαι, λέω

Etwas mündlich berichten oder erklären
erzählen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
er
βασικό ρήμα
zählen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
erzähle
γ΄ ενικό πρόσωπο
erzählt
ενεστώτα μετοχή
erzählend
απλός αόριστος
erzählte
παθητική μετοχή
erzählt
Παραδείγματα
Er erzählte uns, was passiert ist.
Μας διηγήθηκε τι συνέβη.
02

αφηγούμαι

Etwas ausführlich schildern
erzählen definition and meaning
Παραδείγματα
Der Autor erzählt die Geschichte der Stadt.
Ο συγγραφέας αφηγείται την ιστορία της πόλης.
Das Erzählen
[gender: neuter]
01

αφήγηση, ιστορία

Eine mündliche oder schriftliche Darstellung von Ereignissen
das Erzählen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
ουδέτερο
γενική πτώση
Erzählens
πληθυντικός τύπος
Erzählungen
Παραδείγματα
Ich lese gern kurze Erzählungen.
Μου αρέσει να διαβάζω σύντομες ιστορίες.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store