Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ernähren
01
ταΐζω
Jemandem oder etwas Nahrung geben oder für Nahrung sorgen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
er
βασικό ρήμα
nähren
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
ernähre
γ΄ ενικό πρόσωπο
ernährt
ενεστώτα μετοχή
ernährend
απλός αόριστος
ernährte
παθητική μετοχή
ernährt
Παραδείγματα
Fische ernähren sich von kleinen Insekten.
Τα ψάρια τρώνε μικρά έντομα.
02
τροφοδοτώ, τρώω
Essen und Trinken, um den Körper zu versorgen
Παραδείγματα
Um fit zu bleiben, muss man sich richtig ernähren.
Για να παραμείνει κανείς σε φόρμα, πρέπει να διατροφείται σωστά.



























