Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ernähren
01
ταΐζω
Jemandem oder etwas Nahrung geben oder für Nahrung sorgen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
er
βασικό ρήμα
nähren
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
ernähre
γ΄ ενικό πρόσωπο
ernährt
ενεστώτα μετοχή
ernährend
απλός αόριστος
ernährte
παθητική μετοχή
ernährt
Παραδείγματα
Die Eltern ernähren ihre Kinder.
Οι γονείς τροφοδοτούν τα παιδιά τους.
02
τροφοδοτώ, τρώω
Essen und Trinken, um den Körper zu versorgen
Παραδείγματα
Er ernährt sich gesund und ausgewogen.
Αυτός τρέφεται υγιεινά και ισορροπημένα.



























