Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ermitteln
01
διερευνώ, καθορίζω
Durch Nachforschungen oder Untersuchungen herausfinden
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
ermittle
γ΄ ενικό πρόσωπο
ermittelt
ενεστώτα μετοχή
ermittelnd
απλός αόριστος
ermittelte
παθητική μετοχή
ermittelt
Παραδείγματα
Wir müssen erst die genauen Umstände ermitteln.
Πρέπει πρώτα να καθορίσουμε τις ακριβείς συνθήκες.
02
καθορίζω, προσδιορίζω
Die genaue Ursache eines Problems durch Untersuchung feststellen
Παραδείγματα
Die Ärzte ermittelten eine seltene Infektion als Auslöser der Symptome.
Οι γιατροί καθόρισαν ότι μια σπάνια λοίμωξη προκαλούσε τα συμπτώματα.



























