Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ermitteln
01
διερευνώ, καθορίζω
Durch Nachforschungen oder Untersuchungen herausfinden
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
ermittle
γ΄ ενικό πρόσωπο
ermittelt
ενεστώτα μετοχή
ermittelnd
απλός αόριστος
ermittelte
παθητική μετοχή
ermittelt
Παραδείγματα
Die Polizei konnte den Mörder nicht ermitteln.
Η αστυνομία δεν μπόρεσε να εντοπίσει τον δολοφόνο.
02
καθορίζω, προσδιορίζω
Die genaue Ursache eines Problems durch Untersuchung feststellen
Παραδείγματα
Der Mechaniker ermittelte das Problem im Motor.
Ο μηχανικός καθόρισε το πρόβλημα στον κινητήρα.



























