Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
erleichtern
01
διευκολύνω, απλοποιώ
Etwas einfacher oder weniger schwer machen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
er
βασικό ρήμα
leichtern
βοηθητικό ρήμα
sein
α΄ ενικό πρόσωπο
erleichtere
γ΄ ενικό πρόσωπο
erleichtert
ενεστώτα μετοχή
erleichternd
απλός αόριστος
erleichterte
παθητική μετοχή
erleichtert
Παραδείγματα
Offene Kommunikation erleichtert die Beziehungen.
Η ανοιχτή επικοινωνία διευκολύνει τις σχέσεις.
02
ανακουφίζω, ελαφρύνω
Sich von emotionaler Last befreien
Παραδείγματα
Die Entscheidung zu treffen, erleichterte ihn ungemein.
Η λήψη της απόφασης τον ανακούφισε αμέτρητα.



























