Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
erleichtern
01
διευκολύνω, απλοποιώ
Etwas einfacher oder weniger schwer machen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
er
βασικό ρήμα
leichtern
βοηθητικό ρήμα
sein
α΄ ενικό πρόσωπο
erleichtere
γ΄ ενικό πρόσωπο
erleichtert
ενεστώτα μετοχή
erleichternd
απλός αόριστος
erleichterte
παθητική μετοχή
erleichtert
Παραδείγματα
Diese Software erleichtert die Datenanalyse.
Αυτό το λογισμικό διευκολύνει την ανάλυση δεδομένων.
02
ανακουφίζω, ελαφρύνω
Sich von emotionaler Last befreien
Παραδείγματα
Sie erleichterte sich, indem sie über ihre Probleme sprach.
Ανακούφισε τον εαυτό της μιλώντας για τα προβλήματά της.



























