erkälten
Pronunciation
/ɛɐ̯ˈkɛltən/

Ορισμός και σημασία του "erkälten"στα γερμανικά

erkälten
01

κρυολογώ, πιάνομαι κρυολόγημα

Krank werden durch Kälte, oft mit Husten oder Schnupfen
erkälten definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
er
βασικό ρήμα
kälten
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
erkälte
γ΄ ενικό πρόσωπο
erkältet
ενεστώτα μετοχή
erkältend
απλός αόριστος
erkältete
παθητική μετοχή
erkältet
Παραδείγματα
Er hat sich im Urlaub erkältet.
Κρυώθηκε στις διακοπές.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store