Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
erkennen
01
αναγνωρίζω, ταυτοποιώ
Jemanden oder etwas wieder oder richtig identifizieren
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
er
βασικό ρήμα
kennen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
erkenne
γ΄ ενικό πρόσωπο
erkennt
ενεστώτα μετοχή
erkennend
απλός αόριστος
erkannte
παθητική μετοχή
erkannt
Παραδείγματα
Der Arzt erkannte die Krankheit schnell.
Ο γιατρός αναγνώρισε γρήγορα την ασθένεια.



























