ergänzen
Pronunciation
/ɛʀˈɡɛntsən/

Ορισμός και σημασία του "ergänzen"στα γερμανικά

ergänzen
01

συμπληρώνω, προσθέτω

Etwas hinzufügen, um es vollständig zu machen
ergänzen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
αχώριστο
μόριο
er
βασικό ρήμα
gänzen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
ergänze
γ΄ ενικό πρόσωπο
ergänzt
ενεστώτα μετοχή
ergänzend
απλός αόριστος
ergänzte
παθητική μετοχή
ergänzt
Παραδείγματα
Vitamin D ergänzt die Ernährung.
Η βιταμίνη D συμπληρώνει τη διατροφή.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store