ergänzen
ergänzen
ɛɐ̯gɛntsn
egentsn
ergötzen

Ορισμός και σημασία του "ergänzen"στα γερμανικά

ergänzen
01

συμπληρώνω, προσθέτω

Etwas hinzufügen, um es vollständig zu machen 
ergänzen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
αχώριστο
μόριο
er
βασικό ρήμα
gänzen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
ergänze
γ΄ ενικό πρόσωπο
ergänzt
ενεστώτα μετοχή
ergänzend
απλός αόριστος
ergänzte
παθητική μετοχή
ergänzt
Παραδείγματα
Bitte ergänzen Sie die fehlenden Wörter. 

Συμπληρώστε τις λέξεις που λείπουν.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store