Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
erforderlich
01
απαραίτητος, απαιτούμενος
Notwendig, um ein bestimmtes Ziel zu erreichen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am erforderlichsten
συγκριτικός βαθμός
erforderlicher
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Welche Maßnahmen sind erforderlich?
Ποια μέτρα είναι απαραίτητα ;



























