Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
erfassen
01
καταλαβαίνω, αντιλαμβάνομαι
Etwas verstehen oder wahrnehmen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
er
βασικό ρήμα
fassen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
erfasse
γ΄ ενικό πρόσωπο
erfasst
ενεστώτα μετοχή
erfassend
απλός αόριστος
erfasste
παθητική μετοχή
erfasst
Παραδείγματα
Ich kann die neue Information noch nicht erfassen.
Δεν μπορώ ακόμα να κατανοήσω τη νέα πληροφορία.



























