erfassen
erfassen
ɛɐ̯fasn
efasn
erlassenermessenerblassen

Ορισμός και σημασία του "erfassen"στα γερμανικά

erfassen
01

καταλαβαίνω, αντιλαμβάνομαι

Etwas verstehen oder wahrnehmen 
erfassen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
er
βασικό ρήμα
fassen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
erfasse
γ΄ ενικό πρόσωπο
erfasst
ενεστώτα μετοχή
erfassend
απλός αόριστος
erfasste
παθητική μετοχή
erfasst
Παραδείγματα
Ich kann die neue Information noch nicht erfassen. 

Δεν μπορώ ακόμα να κατανοήσω τη νέα πληροφορία.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store