Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
erfahren
01
μαθαίνω, ανακαλύπτω
Etwas neu kennenlernen oder herausfinden
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
αχώριστο
μόριο
er
βασικό ρήμα
fahren
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
erfahre
γ΄ ενικό πρόσωπο
erfährt
ενεστώτα μετοχή
erfahrend
απλός αόριστος
erfuhr
παθητική μετοχή
erfahren
Παραδείγματα
Ich habe gerade erfahren, dass die Prüfung verschoben wurde.
Μόλις έμαθα ότι η εξέταση αναβλήθηκε.
02
βιώνω, ζω
Etwas persönlich erleben oder durchmachen
Παραδείγματα
Sie hat in ihrem Leben viel Leid erfahren.
Έχει βιώσει πολλή δυστυχία στη ζωή της.
erfahren
01
έμπειρος, πειραματισμένος
Mit viel Wissen oder Praxis
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am erfahrensten
συγκριτικός βαθμός
erfahrener
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Wir suchen einen erfahrenen Lehrer.
Ψάχνουμε έναν έμπειρο δάσκαλο.



























