erfahren
erfahren
ɛɐ̯fa:ʁən
efarēn
erfassenernähren

Ορισμός και σημασία του "erfahren"στα γερμανικά

erfahren
01

μαθαίνω, ανακαλύπτω

Etwas neu kennenlernen oder herausfinden 
erfahren definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
αχώριστο
μόριο
er
βασικό ρήμα
fahren
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
erfahre
γ΄ ενικό πρόσωπο
erfährt
ενεστώτα μετοχή
erfahrend
απλός αόριστος
erfuhr
παθητική μετοχή
erfahren
Παραδείγματα
Ich habe gerade erfahren, dass die Prüfung verschoben wurde. 

Μόλις έμαθα ότι η εξέταση αναβλήθηκε.

02

βιώνω, ζω

Etwas persönlich erleben oder durchmachen 
erfahren definition and meaning
Παραδείγματα
Sie hat in ihrem Leben viel Leid erfahren. 

Έχει βιώσει πολλή δυστυχία στη ζωή της.

01

έμπειρος, πειραματισμένος

Mit viel Wissen oder Praxis 
erfahren definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am erfahrensten
συγκριτικός βαθμός
erfahrener
διαβαθμίσιμο
κλιτό
θεματικό πεδίο
Wissen, Praxis, Beruf
Παραδείγματα
Wir suchen einen erfahrenen Lehrer. 

Ψάχνουμε έναν έμπειρο δάσκαλο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store