Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
erfahren
01
μαθαίνω, ανακαλύπτω
Etwas neu kennenlernen oder herausfinden
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
αχώριστο
μόριο
er
βασικό ρήμα
fahren
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
erfahre
γ΄ ενικό πρόσωπο
erfährt
ενεστώτα μετοχή
erfahrend
απλός αόριστος
erfuhr
παθητική μετοχή
erfahren
Παραδείγματα
Er möchte mehr über seine Herkunft erfahren.
Θέλει να μάθει περισσότερα για την καταγωγή του.
02
βιώνω, ζω
Etwas persönlich erleben oder durchmachen
Παραδείγματα
Die Patienten erfuhren eine deutliche Verbesserung ihrer Symptome.
Οι ασθενείς βίωσαν μια αισθητή βελτίωση των συμπτωμάτων τους.
erfahren
01
έμπειρος, πειραματισμένος
Mit viel Wissen oder Praxis
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am erfahrensten
συγκριτικός βαθμός
erfahrener
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Ihre erfahrene Beratung war sehr hilfreich.
Η έμπειρη συμβουλή της ήταν πολύ χρήσιμη.



























