Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
erben
01
κληρονομώ, λαμβάνω κληρονομιά
Etwas bekommen, wenn ein Verwandter stirbt
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
erbe
γ΄ ενικό πρόσωπο
erbt
ενεστώτα μετοχή
erbend
απλός αόριστος
erbte
παθητική μετοχή
geerbt
Παραδείγματα
Sie hat das Haus von ihrer Oma geerbt.
Αυτή κληρονόμησε το σπίτι από τη γιαγιά της.



























