erben

Ορισμός και σημασία του "erben"στα γερμανικά

01

κληρονομώ, λαμβάνω κληρονομιά

Etwas bekommen, wenn ein Verwandter stirbt
erben definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
erbe
γ΄ ενικό πρόσωπο
erbt
ενεστώτα μετοχή
erbend
απλός αόριστος
erbte
παθητική μετοχή
geerbt
Παραδείγματα
Man kann auch Schulden erben.
Μπορείτε επίσης να κληρονομήσετε χρέη.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store