Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
entsaften
01
εξάγω χυμό, πιέζω
Flüssigkeit aus Obst oder Gemüse durch Pressen extrahieren
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
ent
βασικό ρήμα
saften
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
entsafte
γ΄ ενικό πρόσωπο
entsaftet
ενεστώτα μετοχή
entsaftend
απλός αόριστος
entsaftete
παθητική μετοχή
entsaftet
Παραδείγματα
Aloe Vera wird oft entsaftet, um Gel zu gewinnen.
Η Αλόη Βέρα συχνά στύβεται για να ληφθεί τζελ.



























