entkernen
Pronunciation
/ɛntˈkɛʁnən/

Ορισμός και σημασία του "entkernen"στα γερμανικά

entkernen
[past form: entkernte][phrase form: ­ker­nen]
01

αφαιρώ τα κουκούτσια, αποκοκκίζω

Die Kerne aus Obst oder Gemüse entfernen
entkernen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
ent
βασικό ρήμα
­ker­nen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
entkerne
γ΄ ενικό πρόσωπο
entkernt
ενεστώτα μετοχή
entkernend
απλός αόριστος
entkernte
παθητική μετοχή
entkernt
Παραδείγματα
Die Maschine entkernt Oliven mit hoher Geschwindigkeit.
Η μηχανή αφαιρεί τους πυρήνες από τις ελιές με υψηλή ταχύτητα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store