Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
entkernen
[past form: entkernte][phrase form: kernen]
01
αφαιρώ τα κουκούτσια, αποκοκκίζω
Die Kerne aus Obst oder Gemüse entfernen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
ent
βασικό ρήμα
kernen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
entkerne
γ΄ ενικό πρόσωπο
entkernt
ενεστώτα μετοχή
entkernend
απλός αόριστος
entkernte
παθητική μετοχή
entkernt
Παραδείγματα
Die Maschine entkernt Oliven mit hoher Geschwindigkeit.
Η μηχανή αφαιρεί τους πυρήνες από τις ελιές με υψηλή ταχύτητα.



























