Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
entgegenwirken
[past form: wirkte entgegen]
01
αντιδρώ, εξουδετερώνω
Gezielt handeln, um eine Entwicklung oder Wirkung abzuschwächen oder zu stoppen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
entgegen
βασικό ρήμα
wirken
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
wirke entgegen
γ΄ ενικό πρόσωπο
wirkt entgegen
ενεστώτα μετοχή
entgegenwirkend
απλός αόριστος
wirkte entgegen
παθητική μετοχή
entgegengewirkt
Παραδείγματα
Das Projekt wirkt Vorurteilen entgegen.
Το έργο αντιμετωπίζει τις προκαταλήψεις.
Λεξικό Δέντρο
entgegenwirken
entgegen
wirken



























