Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
entgegenkommen
01
πλησιάζω, έρχομαι για συνάντηση
Sich in Richtung einer Person bewegen, die einem entgegenkommt
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
χωριστό
μόριο
entgegen
βασικό ρήμα
kommen
βοηθητικό ρήμα
sein
α΄ ενικό πρόσωπο
komme entgegen
γ΄ ενικό πρόσωπο
kommt entgegen
ενεστώτα μετοχή
entgegenkommend
απλός αόριστος
kam entgegen
παθητική μετοχή
entgegengekommen
Παραδείγματα
Sie kam mir schon von weitem entgegen.
Ήδη ερχόταν προς εμένα από μακριά.
Λεξικό Δέντρο
entgegenkommen
entgegen
kommen



























