die Entführung

Ορισμός και σημασία του "entführung"στα γερμανικά

Die Entführung
[gender: feminine]
01

απαγωγή, απαγωγή ανθρώπου

Eine Straftat, bei der jemand gegen seinen Willen festgehalten wird
die Entführung definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Entführung
πληθυντικός τύπος
Entführungen
Παραδείγματα
Er wurde wegen Entführung verhaftet.
Συνελήφθη για απαγωγή.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store