der enkel
enkel
ɛnkl
ενκλ
engel

Ορισμός και σημασία του "enkel"στα γερμανικά

01

εγγονός, αρσενικός απόγονος

Der männliche Nachkomme eines Kindes 
der Enkel definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Enkel
αρσενικό ενικό
Enkel
θηλυκό ενικό
Enkelin
neutral form
Enkelkind
γενική πτώση
Enkels
Παραδείγματα
Mein Enkel spielt im Garten. 

Ο εγγονός μου παίζει στον κήπο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store