das englisch
eng
ˈɛng
eng
lisch
lɪʃ
lish
deng­lisch

Ορισμός και σημασία του "englisch"στα γερμανικά

01

αγγλικά, αγγλική γλώσσα

Sprache aus England und vielen anderen Ländern 
das Englisch definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
ουδέτερο
γενική πτώση
Englisch(s)
Παραδείγματα
Ich lerne Englisch in der Schule. 

Μαθαίνω αγγλικά στο σχολείο.

01

αγγλικός, αγγλόφωνος

Aus England oder in der Sprache Englisch 
englisch definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
κύριο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Ich lese ein englisches Buch. 

Διαβάζω ένα αγγλικό βιβλίο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store