Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Energie
[gender: feminine]
01
ηλεκτρική ενέργεια, ηλεκτρικό ρεύμα
Elektrischer Strom als nutzbare Kraftquelle
Παραδείγματα
Die Energie wurde wegen Wartungsarbeiten abgeschaltet.
Η ενέργεια απενεργοποιήθηκε λόγω εργασιών συντήρησης.
02
ενέργεια, δύναμη
Körperliche oder geistige Kraft zur Bewältigung von Aufgaben
Παραδείγματα
Ohne ausreichend Energie kann man keine guten Leistungen erbringen.
Χωρίς επαρκή ενέργεια, δεν μπορείς να επιτύχεις καλές επιδόσεις.


























