enden
Pronunciation
/ˈɛndən/

Ορισμός και σημασία του "enden"στα γερμανικά

01

τελειώνω, λήγω

Zu einem Abschluss kommen
enden definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
ende
γ΄ ενικό πρόσωπο
endet
ενεστώτα μετοχή
endend
απλός αόριστος
endete
παθητική μετοχή
geendet
Παραδείγματα
Alles endet einmal.
Όλα τελειώνουν κάποια στιγμή.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store