enden
enden
ɛnd̥n
endn

Ορισμός και σημασία του "enden"στα γερμανικά

01

τελειώνω, λήγω

Zu einem Abschluss kommen 
enden definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
ende
γ΄ ενικό πρόσωπο
endet
ενεστώτα μετοχή
endend
απλός αόριστος
endete
παθητική μετοχή
geendet
Παραδείγματα
Der Film endet um 20 Uhr. 

Η ταινία τελειώνει στις 20:00.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store