Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
enden
01
τελειώνω, λήγω
Zu einem Abschluss kommen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
ende
γ΄ ενικό πρόσωπο
endet
ενεστώτα μετοχή
endend
απλός αόριστος
endete
παθητική μετοχή
geendet
Παραδείγματα
Alles endet einmal.
Όλα τελειώνουν κάποια στιγμή.



























