empirisch
em
ɛm
εμ
pi
ˈpi:
πι
risch
ʁɪʃ
ρισ

Ορισμός και σημασία του "empirisch"στα γερμανικά

01

εμπειρικός, βασισμένος στην εμπειρία

Auf Erfahrungen oder Beobachtungen basierend 
empirisch definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
κλιτό
θεματικό πεδίο
Wissenschaft, Methodik, Forschung
Παραδείγματα
Empirische Daten kommen aus Experimenten. 

Τα εμπειρικά δεδομένα προέρχονται από πειράματα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store