Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
empfangen
01
λαμβάνω, δέχομαι
Etwas entgegennehmen oder aufnehmen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
αχώριστο
μόριο
emp
βασικό ρήμα
fangen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
empfange
γ΄ ενικό πρόσωπο
empfängt
ενεστώτα μετοχή
empfangend
απλός αόριστος
empfing
παθητική μετοχή
empfangen
Παραδείγματα
Die Firma empfängt viele Anrufe täglich.
Η εταιρεία λαμβάνει πολλές κλήσεις καθημερινά.
02
δέχομαι, καλωσορίζω
Jemanden begrüßen und willkommen heißen
Παραδείγματα
Der Präsident empfängt heute ausländische Diplomaten.
Ο πρόεδρος δέχεται σήμερα ξένους διπλωμάτες.



























