das element
e
ˈe:
ε
le
λα
ment
mɛnt
μεντ
studentprozentmomentgetrennt

Ορισμός και σημασία του "element"στα γερμανικά

01

στοιχείο, συστατικό

Ein Grundstoff, der durch chemische Prozesse nicht weiter zerlegt werden kann 
das Element definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
ουδέτερο
πληθυντικός τύπος
Elemente
γενική πτώση
Element(e)s
Παραδείγματα
Diese Tabelle zeigt alle bekannten Isotope der chemischen Elemente. 

Αυτός ο πίνακας δείχνει όλα τα γνωστά ισότοπα των χημικών στοιχείων.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store