Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
elektronisch
01
ηλεκτρονικός, ψηφιακός
Etwas, das mit Elektrizität oder Computern arbeitet
Παραδείγματα
Das elektronische Gerät funktioniert nicht richtig.
Η ηλεκτρονική συσκευή δεν λειτουργεί σωστά.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ηλεκτρονικός, ψηφιακός