Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Eleganz
[gender: feminine]
01
κομψότητα, εκλέπτυνση
Ästhetische Vollkommenheit, die durch schlichte, aber raffinierte Gestaltung und mühelose Anmut entsteht
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Eleganz
Παραδείγματα
Die Eleganz eines Schwans beim Gleiten über den See ist unnachahmlich.
Η κομψότητα ενός κύκνου που γλιστράει στη λίμνη είναι απαράμιλλη.



























