elastisch
e
e
ε
las
ˈlas
λασ
tisch
tɪʃ
τισ
fantastisch

Ορισμός και σημασία του "elastisch"στα γερμανικά

01

ελαστικός, εύκαμπτος

Biegsam und in der Lage, nach Verformung schnell in die ursprüngliche Form zurückzukehren 
elastisch definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am elastischsten
συγκριτικός βαθμός
elastischer
διαβαθμίσιμο
κλιτό
θεματικό πεδίο
Material, Physik, Eigenschaft
Παραδείγματα
Dieses Material ist sehr elastisch und passt sich gut an. 

Αυτό το υλικό είναι πολύ ελαστικό και προσαρμόζεται καλά.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store