Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
elastisch
01
ελαστικός, εύκαμπτος
Biegsam und in der Lage, nach Verformung schnell in die ursprüngliche Form zurückzukehren
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am elastischsten
συγκριτικός βαθμός
elastischer
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Das Gummiband ist sehr elastisch und reißt nicht leicht.
Το ελαστικό είναι πολύ ελαστικό και δεν σκίζεται εύκολα.



























