elegant
Pronunciation
/eləˈɡant/

Ορισμός και σημασία του "elegant"στα γερμανικά

01

κομψός, εκλεπτυσμένος

Mit einfachem, schönem und stilvollem Aussehen
elegant definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am elegantesten
συγκριτικός βαθμός
eleganter
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Das Auto sieht sehr elegant aus.
Το αυτοκίνητο φαίνεται πολύ κομψό.

Λεξικό Δέντρο

elegant
eleg
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store