der Ekel
Pronunciation
/ˈeːkl̩/

Ορισμός και σημασία του "ekel"στα γερμανικά

01

αηδία, σιχαμάρα

starkes Gefühl von Abneigung
der Ekel definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Ekels
Παραδείγματα
In manchen Situationen dient Ekel als Schutzmechanismus vor Gefahren oder Krankheiten.
Σε ορισμένες περιπτώσεις, η αηδία λειτουργεί ως προστατευτικός μηχανισμός έναντι κινδύνων ή ασθενειών.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store