Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Ekel
[gender: masculine]
01
αηδία, σιχαμάρα
starkes Gefühl von Abneigung
Παραδείγματα
In manchen Situationen dient Ekel als Schutzmechanismus vor Gefahren oder Krankheiten.
Σε ορισμένες περιπτώσεις, η αηδία λειτουργεί ως προστατευτικός μηχανισμός έναντι κινδύνων ή ασθενειών.



























