eitel
eitel
aɪ̯tl
aitl
eifel

Ορισμός και σημασία του "eitel"στα γερμανικά

01

ματαιόδοξος, αλαζόνας

Übertrieben stolz auf das eigene Aussehen oder die eigenen Fähigkeiten 
eitel definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am eitelsten
συγκριτικός βαθμός
eitler
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Er ist so eitel, dass er ständig in den Spiegel schaut. 

Είναι τόσο ματαιόδοξος που κοιτάζεται συνεχώς στον καθρέφτη.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store