Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
eitel
01
ματαιόδοξος, αλαζόνας
Übertrieben stolz auf das eigene Aussehen oder die eigenen Fähigkeiten
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am eitelsten
συγκριτικός βαθμός
eitler
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Er ist so eitel, dass er ständig in den Spiegel schaut.
Είναι τόσο ματαιόδοξος που κοιτάζεται συνεχώς στον καθρέφτη.



























